Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνική Αντίσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνική Αντίσταση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 16 Μαΐου 2012
Δευτέρα 14 Μαΐου 2012
68 χρόνια από το Κάστρο του Υμηττού
ΚΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΥΜΗΤΤΟΥ
- 28 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1944 -
ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΜΝΗΜΗΣ
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Ο Δήμαρχος Δάφνης – Υμηττού και ο Πρόεδρος της Δημοτικής Κοινότητας Υμηττού,
σας προσκαλούν
την Κυριακή 20 Μαΐου 2012, στις 11:30 π.μ.,
να τιμήσετε με την παρουσία σας τις εκδηλώσεις μνήμης
για τους τρεις Επονίτες ήρωες του «ΚΑΣΤΡΟΥ ΥΜΗΤΤΟΥ»,
Δημήτρη Αυγέρη, Θάνο Κιοκμενίδη και Κώστα Φωλτόπουλο.
Διαβάστε περισσότερα!
Παρασκευή 20 Μαΐου 2011
ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ ΣΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ
ΚΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΥΜΗΤΤΟΥ 29 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1944
67 Χρόνια μετά τιμούμε το ενωτικό μήνυμα της Εθνικής Αντίστασης αγωνιζόμενοι :
• Ενάντια στην οικονομική υποδούλωση και την πολιτική κηδεμονία της χώρας
• Για την ανατροπή των οικονομικών μέτρων και του μνημονίου Κυβέρνησης-Ε.Ε.-Δ.Ν.Τ.
ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ – ΠΟΡΕΙΑ
Κυριακή 22 Μαΐου 11.30 πμ Πλατεία πρώην Δημαρχείου Υμηττού
Η ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΣΤΕΚΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΟΡΤΑΣΜΟ ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ :
ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ ΣΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ
Ο εφετινός εορτασμός του Κάστρου βρίσκει το λαό μας αντιμέτωπο με την πιο βάρβαρη επίθεση που δέχεται από το σύστημα σε όλα τα στοιχειώδη δικαιώματα της ζωής του.
Η επίθεση αυτή, που επιχειρείται από την ”ιερά συμμαχία” κυβέρνησης, Ε.Ε. και ΔΝΤ, έχει σαν αποτέλεσμα το βίαιο σάρωμα κάθε δικαιώματος για σταθερή δουλειά, ασφάλιση, πρόνοια, υγεία, παιδεία καθώς και την εκχώρηση και εκποίηση όλης της δημόσιας περιουσίας. Εργασιακά δικαιώματα δεκαετιών καταργούνται, συλλογικές συμβάσεις ακυρώνονται, εργασιακές σχέσεις ελαστικοποιούνται, μισθοί και συντάξεις συρρικνώνονται, η ανεργία και η ανασφάλεια κυριαρχούν. Όλα για το κεφάλαιο, ξένο και εγχώριο, και ας καταστραφεί ο λαός.
Η εθνική μας ανεξαρτησία συρρικνώνεται ολοένα και περισσότερο, η εξάρτηση της χώρας βαθαίνει, με μόνη διέξοδο για την ανατροπή όλων αυτών να είναι οι μαζικοί λαϊκοί αγώνες . Όλα αυτά συνοδεύονται από την πιο άγρια καταστολή που τείνει να γίνει κανόνας. Κάθε διαμαρτυρία εργαζομένων και νεολαίας αντιμετωπίζεται με δολοφονικές, στην κυριολεξία, επιθέσεις όλου του κατασταλτικού κρατικού μηχανισμού. Από την άλλη σήμερα περισσεύουν τόσο η απονεύρωση της ιστορικής μνήμης όσο και οι ενέργειες που ξεκινούν από μια ιδιοκτησιακή αντίληψη του ηρωικού αγώνα της Εθνικής Αντίστασης και οι οποίες στα πλαίσια αυτά επιμένουν σε διοργάνωση ξεχωριστών κομματικών «παρελάσεων» που δεν ανταποκρίνονται ούτε στις ανάγκες της εποχής ούτε, πολύ περισσότερο, στην ιστορία του λαού μας.
Δημοκράτες-Δημοκράτισες
Η Εθνική Αντίσταση μεγαλούργησε γιατί κατόρθωσε και ένωσε το λαό. Έδωσε ηρωικές μάχες και έκανε αμέτρητες θυσίες. Ο λαός έδινε απλόχερα ακόμη και τη ζωή του – όπως οι τρεις Επονίτες – για τα ιδανικά της λευτεριάς ενάντια στους ξένους και εγχώριους εκμεταλλευτές. Γι’ αυτό τιμούμε αυτούς τους αγώνες συμμετέχοντας μαζικά στον εορτασμό του Κάστρου του Υμηττού.
ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ – ΠΟΡΕΙΑ
Κυριακή 22 Μαΐου 11.30 πμ πλατεία πρ. Δημαρχείου Υμηττού
67 Χρόνια μετά τιμούμε το ενωτικό μήνυμα της Εθνικής Αντίστασης αγωνιζόμενοι :
• Ενάντια στην οικονομική υποδούλωση και την πολιτική κηδεμονία της χώρας
• Για την ανατροπή των οικονομικών μέτρων και του μνημονίου Κυβέρνησης-Ε.Ε.-Δ.Ν.Τ.
ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ – ΠΟΡΕΙΑ
Κυριακή 22 Μαΐου 11.30 πμ Πλατεία πρώην Δημαρχείου Υμηττού
Η ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΣΤΕΚΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΟΡΤΑΣΜΟ ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ :
ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ ΣΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ
Ο εφετινός εορτασμός του Κάστρου βρίσκει το λαό μας αντιμέτωπο με την πιο βάρβαρη επίθεση που δέχεται από το σύστημα σε όλα τα στοιχειώδη δικαιώματα της ζωής του.
Η επίθεση αυτή, που επιχειρείται από την ”ιερά συμμαχία” κυβέρνησης, Ε.Ε. και ΔΝΤ, έχει σαν αποτέλεσμα το βίαιο σάρωμα κάθε δικαιώματος για σταθερή δουλειά, ασφάλιση, πρόνοια, υγεία, παιδεία καθώς και την εκχώρηση και εκποίηση όλης της δημόσιας περιουσίας. Εργασιακά δικαιώματα δεκαετιών καταργούνται, συλλογικές συμβάσεις ακυρώνονται, εργασιακές σχέσεις ελαστικοποιούνται, μισθοί και συντάξεις συρρικνώνονται, η ανεργία και η ανασφάλεια κυριαρχούν. Όλα για το κεφάλαιο, ξένο και εγχώριο, και ας καταστραφεί ο λαός.
Η εθνική μας ανεξαρτησία συρρικνώνεται ολοένα και περισσότερο, η εξάρτηση της χώρας βαθαίνει, με μόνη διέξοδο για την ανατροπή όλων αυτών να είναι οι μαζικοί λαϊκοί αγώνες . Όλα αυτά συνοδεύονται από την πιο άγρια καταστολή που τείνει να γίνει κανόνας. Κάθε διαμαρτυρία εργαζομένων και νεολαίας αντιμετωπίζεται με δολοφονικές, στην κυριολεξία, επιθέσεις όλου του κατασταλτικού κρατικού μηχανισμού. Από την άλλη σήμερα περισσεύουν τόσο η απονεύρωση της ιστορικής μνήμης όσο και οι ενέργειες που ξεκινούν από μια ιδιοκτησιακή αντίληψη του ηρωικού αγώνα της Εθνικής Αντίστασης και οι οποίες στα πλαίσια αυτά επιμένουν σε διοργάνωση ξεχωριστών κομματικών «παρελάσεων» που δεν ανταποκρίνονται ούτε στις ανάγκες της εποχής ούτε, πολύ περισσότερο, στην ιστορία του λαού μας.
Δημοκράτες-Δημοκράτισες
Η Εθνική Αντίσταση μεγαλούργησε γιατί κατόρθωσε και ένωσε το λαό. Έδωσε ηρωικές μάχες και έκανε αμέτρητες θυσίες. Ο λαός έδινε απλόχερα ακόμη και τη ζωή του – όπως οι τρεις Επονίτες – για τα ιδανικά της λευτεριάς ενάντια στους ξένους και εγχώριους εκμεταλλευτές. Γι’ αυτό τιμούμε αυτούς τους αγώνες συμμετέχοντας μαζικά στον εορτασμό του Κάστρου του Υμηττού.
ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ – ΠΟΡΕΙΑ
Κυριακή 22 Μαΐου 11.30 πμ πλατεία πρ. Δημαρχείου Υμηττού
Διαβάστε περισσότερα!
Κυριακή 1 Μαΐου 2011
Τιμή στον Λάκη Σάντα !
Μια εμβληματική μορφή της Εθνικής Αντίστασης, ο Λάκης Σάντας, ο άνθρωπος που μαζί με τον Μανώλη Γλέζο κατέβασαν τη γερμανική σημαία από την Ακρόπολη, απεβίωσε χθες, σε ηλικία 89 ετών, ένα μήνα πριν από τη συμπλήρωση 70 χρόνων από το κατέβασμα της "σβάστικας" από τον ιερό βράχο.
Ο Απόστολος Φιλίππου Σάντας γεννήθηκε στις 22/2 του 1922 στη Λευκάδα.Αξίζει να παρακολουθήσουμε την αφήγησή του για την πρώτη ίσως πράξη αντίστασης στους Γερμανούς κατακτητές:
"Όταν το Μέτωπο της Μακεδονίας έσπασε και η Μπότα των Ναζί κατέβαινε και μας πλάκωνε στο στήθος, η πρώτη μου σκέψη ήταν να φύγω με τα υποχωρούντα στρατεύματα για την Αίγυπτο για να συνεχίσω εκεί τον πόλεμο. Λογάριασα, όμως, χωρίς τα Στούκας, τα οποία δεν άφησαν ούτε καρυδότσουφλο στον Σαρωνικό κόλπο. Κι έτσι, ανάμεσα στις φλόγες και στις βόμβες των Στούκας, είδα να βυθίζονται οι ελπίδες μου για την Αίγυπτο, κι έμεινα.
Μπήκαν στην Αθήνα μας μια Κυριακή κι έστησαν αμέσως την πολεμική τους σημαία σ' έναν ψηλό κοντό, πάνω στα αθάνατα μάρμαρα της Ακρόπολης. Άπειρα μάτια ελληνικά εδάκρυσαν το πρωινό εκείνο, βλέποντας το σύμβολο των Ούννων να λερώνει το μοναδικό μνημείο του πολιτισμού και της λευτεριάς, τον Παρθενώνα.
Έτσι εδάκρυσαν και τα δικά μου. Μα... ύστερα τα βλέφαρά μου σφίχτηκαν κι άστραψαν από μια φλόγα που θα μπορούσε να λιώσει και ατσάλι ακόμη, κι ήταν αυτή, η φλόγα της συγκρατημένης λύσσας εναντίον τους.
Ήταν η φλόγα που μου έλεγε ότι κάτι πρέπει να τους κάνω. Κάτι μεγάλο, κάτι που να τους μαστιγώσει σε εκείνα τα αγέρωχα γουρουνίσια μούτρα τους, κάτι προσβλητικό, κάτι που να τους κάνει να κατεβάσουν εκείνα τα κρύα γαλανά, χωρίς οίκτο κτηνώδη μάτια τους. Κάτι συμβολικό που να τους χτυπήσει όλους μαζί σαν χώρα, σαν λαό, και προ παντός, σαν στρατό.
Την ίδια φλόγα είδα τότε στα μάτια πολλών φίλων μου, αλλά προ παντός τη διέκρινα και την γνώρισα στα μάτια του Μανώλη του Γλέζου, του συμμαθητή μου. Κυτταχτήκαμε στα μάτια και χωρίς κουβέντες συνεννοηθήκαμε. Αρχίσαμε να σκεφτόμαστε τι θα κάνομε. Εν τω μεταξύ, οι Ναζίδες είχαν αρχίσει επιχειρήσεις εναντίον της Κρήτης. Πηγαίναμε στο Φάληρο μόνοι μας και μπρος στα αφρισμένα κύματα σκεφτόμαστε τι να τους κάνομε ακούγοντας από πάνω μας τη Λουφτβάφε να μεταφέρει αλεξιπτωτιστές για την Κρήτη.
Οι μέρες περνούσαν... Είχε περάσει ένας μήνας που κατέλαβαν την Αθήνα και η Κρήτη είχε λυγίσει. Πολεμούσαν ακόμη τα παλικάρια μας μαζί με τους Εγγλέζους σε μερικά σημεία.
Κι έξαφνα ένα δειλινό που ήμαστε στο Ζάππειο και ο ήλιος έγερνε λούζοντας τον ορίζοντα με εκείνα τα χρώματα που μόνο ο αττικός ουρανός έχει, τα μάτια μας γύρισαν στον βράχο της Ακροπόλεως. Μέσα στο υπέροχο φόντο της δύσης σταθήκαμε και κυττούσαμε. Και τότε... το βλέμμα μας έπεσε πάνω στη σημαία τους που υπερήφανα κυμάτιζε ψηλά-ψηλά και η βαριά σκιά της πλάκωνε καταθλιπτικά όλη την Αθήνα, όλη την αττική γη.
Να τι πρέπει να τους κάνομε! Ήρθε η σκέψη σαν σπίθα. Να τους την πάρομε. Να την γκρεμίσομε και να την ξεσχίσομε και να πλύνομε έτσι τη βρωμιά από τον Ιερό Βράχο. Την είχαν στήσει αυτήν την ίδια την πολεμική τους σημαία οι Ναζί θριαμβευτικά ως τότε στη Βαρσοβία, στη Βιέννη, στην Αμβέρσα, στη Νορβηγία, στο Παρίσι και στο Βελιγράδι και απειλούσαν να τη στήσουν σε όλο τον κόσμο τότε. Μα εδώ είναι Ελλάδα. Είναι η μικρή χώρα που απ' αυτή ξεπετάχτηκε η φλόγα του Πολιτισμού. Είναι η χώρα που δίνει το παράδειγμα πάντα στις κρίσιμες στιγμές της Ιστορίας.
Ήταν πολύ απλό μα και πολύ Μεγάλο. Μια σημαία σήκωσε στις 25 Μαρτίου 1821 ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, μια σημαία θα κατεβάζαμε και μεις στις 31 Μαϊου 1941. Συμβολικό το πρώτο, συμβολικό και το δεύτερο. Μια φούχτα άνθρωποι τότε απειλούσαν την Πανίσχυρη Τουρκική Αυτοκρατορία. Δυο παιδιά εμείς, θα προσβάλλαμε το φοβερό τότε Γ΄ Ράιχ. Και βάλαμε σ' ενέργεια αμέσως το σχέδιο.
Πήραμε απ' την Εθνική Βιβλιοθήκη τη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια και διαβάσαμε στη λέξη Ακρόπολις. Εκεί είδαμε όλες τις σπηλιές ή τρύπες που έχει ο βράχος της Ακροπόλεως από την εποχή εκείνη και καταλάβαμε ότι μόνον από ένα σπήλαιο -που είναι στο εσωτερικό του βράχου της Ακροπόλεως και λέγεται Πανδρόσειον άντρον" και στο οποίο κατά τη Μυθολογία εκατοικούσε ο ιερός όφις της θεάς Αθηνάς και του πήγαιναν οι ιέρειες του ναού του Παρθενώνα και έτρωγε μηλόπιττες στις εορτές των Παναθηναίων- ότι μόνον απ' αυτήν την τρύπα, που έβγαινε σε ένα βάθρο δίπλα στο Ερεχθείο, θα μπορούσαμε να ανεβούμε στην Ακρόπολη χωρίς να μας δουν οι Γερμανοί φρουροί. Την άλλη μέρα κιόλας πήγαμε και ανεβήκαμε σαν επισκέπτες στην Ακρόπολη και είδαμε πού ακριβώς είναι αυτή η σπηλιά από την οποία θα ανεβαίναμε την νύκτα. Πέρασε κι αυτή η ημέρα και ήλθε η επομένη, η 30ή Μαϊου 1941. Είχαμε ακούσει το βράδυ από το ραδιόφωνο το Λονδίνο που μας είπε ότι η Κρήτη εγκατελείφθη πια.
Πρωί πρωί οι Ούννοι με τις εφημερίδες τους και με προκηρύξεις μας ανήγγειλαν γεμάτοι κομπασμό και υπερηφάνεια ότι κατέλαβαν και την τελευταία γωνιά της Ελλάδας, την ηρωική Κρήτη.
Δεν ξέρω τι ήταν εκείνο που ένιωθα, μα μου φαίνεται πως ήταν ένα παράπονο μαζί με δυνατό πυρετό. Περίμενα μ' αγωνία να βραδιάσει. Επιτέλους βράδιασε. Συναντηθήκαμε με τον Μανώλη και ξεκινήσαμε. Όπλα δεν είχαμε τότε. Είχα πάρει μαζί μου μόνον ένα φαναράκι ηλεκτρικό κι ένα μαχαιράκι. Φτάσαμε. Κάναμε μια βόλτα στα Προπύλαια μέχρι να φτάσει η ώρα 9:30 μ.μ. Τότε είδαμε τους Γερμαναράδες να είναι μαζεμένοι μέσα στο δωμάτιο της εισόδου και να πίνουν κρασί και μπίρες, έχοντας και μερικές κακές Ελληνίδες, απ' αυτές που πουλάν τον έρωτά τους στα Προπύλαια που είχαν το Φρουραρχείο. Ακούγαμε απόμακριά τα κτηνώδη χάχανά τους και τα τραγούδια τους και σφίγγαμε ακόμη περισσότερο τα δόντια μας. Όταν έφτασε η ώρα, κυτταχθήκαμε. Ίσως να μην ξαναβλέπαμε τον ήλιο ν' ανατέλλει. Είναι αλήθεια ότι νιώθαμε ένα δυνατό χτυποκάρδι μα αυτό δεν ακουγόταν παραέξω. Τα στήθη μας τα ελληνικά το πνίγανε. Είναι γλυκός ο θάνατος όταν πεθαίνεις για τα ιδανικά σου. Σ' αυτές τις στιγμές δεν έχεις παρά να θυμηθείς την Ιστορία. Να θυμηθείς τον Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, να θυμηθείς τον Αθανάσιο Διάκο ή το Μεσολόγγι ή τον πόλεμο της Αλβανίας κι είσαι εντάξει. Σφίξαμε τα χέρια, πηδήξαμε τα σύρματα, μπήκαμε ανάμεσα στα δέντρα. Συρθήκαμε με την κοιλιά και φτάσαμε στη σπηλιά. Μπήκαμε μέσα ψηλαφητά κρατώντας και την αναπνοή μας ακόμη. Αρχίσαμε να σκαρφαλώνομε ως τα μαδέρια της σκαλωσιάς που είχαν φτιάξει οι αρχαιολόγοι για ανασκαφές.
Κάτω μας το βάραθρο άνοιγε το μαύρο του στόμα να μας καταπιεί στο πρώτο ξεγλίστρημα. 40 μέτρα κάτω κατέβαινε η σπηλιά και κατόπιν ανοιγότανε το χείλος ενός ξεροπήγαδου, άλλα καμιά δεκαριά μέτρα. Σιγά-σιγά σκαρφαλώσαμε και κάνοντας μια τελευταία έλξη βγήκαμε στο επάνω βάθρο. Ανεβήκαμε μερικά μαρμάρινα σκαλιά και σηκώσαμε τα κεφάλια μας να δούμε.
Ήταν ένα τέταρτο το φεγγάρι. Και καθώς το ασημένιο του φως έλουζε τα ιερά εκείνα μνημεία του άπαντου της Τέχνης και της Ομορφιάς, νιώσαμε μέσα μας ν' ατσαλώνομε. Είδαμε με τα μάτια της ψυχής μας τους αθάνατους προγόνους μας να στέκονται σιωπηλοί και μεγαλοπρεπείς μες στις χλαμύδες τους τριγύρω μας και να μας κυττάνε ερωτηματικά αν θα κάνομε το καθήκον μας ή όχι. Αν και δεν πολυπιστεύω στο μοιραίο, εν τούτοις εκείνες τις στιγμές νομίζω ότι το μοιραίο της φυλής μας έριξε τον κλήρο σε μας...
Προχωρήσαμε συρτά με την κοιλιά. Μας χώριζαν περίπου 50-60 μέτρα απ' τον κοντό που είχαν τη σημαία τους. Χωριστήκαμε και πηγαίναμε ανάμεσα στα μάρμαρα, πετώντας κάθε τόσο πέτρες μήπως ήταν κανένας Γερμανός σκοπός κρυμμένος. Όταν φτάσαμε κοντά στον κοντό είδαμε την ξύλινη σκοπιά τους. Πετάξαμε πάλι κάνα-δυο πέτρες κι όταν είδαμε ότι ήταν ησυχία σηκωθήκαμε όρθιοι και προχωρήσαμε θαρρετά. Φτάσαμε στον κοντό.
Ψηλά κυμάτιζε η σημαία τους. Λύσαμε το συρματόσχοινο και τραβήξαμε για να την κατεβάσομε. Μα την είχαν μπλέξει στην κάτω άκρη της με τα τρία συρματόσχοινα που στήριζαν τον κοντό. Κρεμόμαστε κι οι δυο για να την κατεβάσομε μα δεν κατέβαινε. Αρχίσαμε τότε με τη σειρά να σκαρφα- λώνομε στον σιδερένιο κοντό για να την φτάσομε και να την κόψομε. Μα ήταν 20 μέτρα ο κοντός και λείος κι ήταν αδύνατο να την φτάσομε. Κουρασμένοι σταθήκαμε για λίγο κι απογοητευτήκαμε, σκεφτόμαστε τι να κάνομε.
Να φύγομε χωρίς την σημαία τους λάφυρο, δεν το σκεφτήκαμε ούτε μια στιγμή. Και μέσα στην ένταση της σκέψης μας, σκεφτήκαμε ότι πρέπει να σπάσομε τα τρία συρματόσχοινα για να μπορέσομε να την κατεβάσομε.
Αρχίσαμε τότε με τα χέρια μας, με τα δόντια μας, με ό,τι μπορούσαμε να προσπαθούμε να ξεκολλήσομε τα συρματόσχοινα απ' τους σκουρασμένους χαλκάδες με τους οποίους κρατιότανε στα γύρω μάρμαρα. Κραυγή ενθουσιασμού μου ξέφυγε όταν έσπασε το πρώτο. Κατόπιν έσπασε και το δεύτερο και μετά το τρίτο. Αμέσως ξεμπλέξαμε τα συρματόσχοινα και τότε το μισητό σύμβολο του φασισμού κατέβηκε. Ήταν μια τεράστια σημαία 4 μ. μήκος και 2 μ. πλάτος. Στη μέση είχε τον αγκυλωτό σταυρό και στην απάνω άκρη τον γοτθικό πολεμικό σταυρό του Κάιζερ.
Με λύσσα την κόψαμε απ' το συρματόσχοινο και την μαζέψαμε. Σχίσαμε από ένα κομμάτι απ' τον αγκυλωτό σταυρό. Την υπόλοιπη την κάναμε ρολό και την πήραμε. Είχαν περάσει τρεις ώρες περίπου απ' την ώρα που είχαμε ξεκινήσει. Το φεγγάρι είχε χαθεί και μαζί μ' αυτό και οι οπτασίες των προγόνων μας ευχαριστημένες. Ο αέρας μας δρόσιζε τα φλογισμένα πρόσωπά μας και μας έφερνε από μακριά τα χάχανα των Γερμαναράδων.
"Α! τώρα γελάστε και τραγουδείστε όσο θέλετε, αύριο το πρωί θα τα πούμε", σκέφτηκα.
Κατεβήκαμε απ' το ίδιο μέρος. Για να την πάρομε μαζί μας ήταν αδύνατο γιατί η ώρα της κυκλοφορίας είχε περάσει. Τότε αποφασίσαμε να την κρύψομε μέσα στην ίδια τη σπηλιά, κάτω στο ξεροπήγαδο. Κατεβήκαμε σιγά σιγά μέχρι κάτω, φτάσαμε στο χείλος του ξεροπήγαδου και την πετάξαμε όπως ήταν, τυλιγμένη σε μπόγο, μέσα. Ακούσαμε τον γδούπο της και ησυχάσαμε.
Ανεβήκαμε πάλι και φύγαμε σιγά σιγά, πηγαίνοντας σύρριζα στον τοίχο και προσέχοντας μην συναντήσομε καμιά γερμανική περίπολο. Όταν βρισκόμαστε στη μέση του δρόμου περίπου για το σπίτι μας, μας σταμάτησε ξαφνικά με το πιστόλι στο χέρι ένας Έλληνας αστυνομικός που φύλαγε σκοπός σ' ένα δημόσιο ταμείο.
Στην αρχή σκέφτηκα να του επιτεθώ με το μαχαίρι. Αλλά κατόπιν του μιλήσαμε ευγενικά και θαρρετά και του δώσαμε να καταλάβει ότι πρέπει να μας αφήσει να πάμε στα σπίτια μας χωρίς βέβαια να του πούμε τίποτε για το ζήτημα της σημαίας. Μας άφησε και φύγαμε. Φτάσαμε στα σπίτια μας, καθησυχάσαμε τους δικούς μας που μας περίμεναν γεμάτοι αγωνία μη ξέροντας πού είμαστε. Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Και το πρωί ήρθε ο Μανώλης και ανεβήκαμε στην ταράτσα του σπιτιού μου και κυττούσαμε την Ακρόπολη. Μέχρι τις 11 π.μ. της 31ης δεν υπήρχε σημαία στην Ακρόπολη, όπως έλεγαν τώρα τελευταία μετά την απελευθέρωση οι Έλληνες φύλακες της Ακροπόλεως. Η γερμανική φρουρά, η οποία απετελείτο από 20 περίπου άνδρες τα είχε χάσει. Πανικός στο γερμανικό στρατηγείο. Οι κούρσες πήγαιναν κι έρχονταν. Τι έγινε η πολεμική τους σημαία; Ποιος τόλμησε να την πειράξει; Κατά τις 11 η ώρα πήγαν και βάλαν μιαν άλλη στη θέση της πιο μικρή. Με τις απογευματινές εφημερίδες βροντοφωνήσανε οι Γερμανοί τις κυρώσεις τους. Επήραν τα δακτυλικά μας αποτυπώματα απ' το σιδερένιο κοντό και μας κατεδίκασαν ερήμην σε θάνατο (γιατί δεν μας ήξεραν). Επίσης όλους τους τυχόν συνενόχους μας. Μας επικήρυξαν και με χρηματικό ποσόν. Περιόρισαν τις ώρες κυκλοφορίας των πολιτών και απέλυσαν τον αρχηγό της Αστυνομίας και τους διοικητές των αστυνομικών τμημάτων της περιφερείας της Ακροπόλεως.
Επίσης, συνέλαβαν όλους τους Έλληνες φύλακες της Ακροπόλεως, τους οποίους όμως άφησαν ελευθέρους, αφού εξήτασαν τα αποτυπώματά τους και τους ανέκριναν, τη δε φρουρά τους την κατεδίκασαν εις θάνατον και την εξετέλεσαν. Μου φαίνεται πως βγήκαν λίγο ξινά τα γλέντια των Γερμαναράδων για τον θρίαμβο της Κρήτης... Αμέσως το νέο διαδόθηκε σαν αστραπή στην Αθήνα και στον Πειραιά και στα περίχωρα και κατόπιν σ' ολόκληρη την Ελλάδα. Το Λονδίνο και το Κάιρο την άλλη νύχτα έπλεξαν εγκώμια γι' αυτό.
Θα νιώσω άραγε άλλη φορά τα συναισθήματα που ένιωθα εκείνες τις ημέρες όταν άκουγα γύρω μου παντού τους Έλληνες με υπερηφάνεια και ειρωνεία για τους Γερμανούς να μιλούν για το γεγονός αυτό και να το χαρακτηρίζουν παίρνοντας κουράγιο για την αρχή του καινούργιου πολέμου της Αντίστασης. Έβλεπες παντού τον κόσμο να έχει αναθαρρήσει, να περπατάει με ψηλά το κεφάλι, ξέροντας καλά ότι το καζάνι άρχισε να βράζει πάλι...
Κι έτσι αρχίσαμε...
Έπειτα από 8 μήνες επεχείρησα να φύγω για την Αίγυπτο για να πάω στο στρατό να πολεμήσω πιο ενεργά μαζί με τον Μανώλη κι έναν άλλο φίλο μου. Μα, ύστερα από προδοσία, μας έπιασαν οι Γερμανοί. Μας κλείσανε στις φυλακές. Τότε σκέφτηκα ότι αν είχαν την εξυπνάδα να παραβάλουν τα δακτυλικά μας αποτυπώματα, όλα θα τελείωναν. Αλλά δεν την είχαν, ευτυχώς.
Καθίσαμε λίγο καιρό στις φυλακές, όπου περάσαμε του κόσμου τα μαρτύρια (ξύλο ανηλεές, σχεδόν καθημερινό ντους με κρύο νερό έξω στο κρύο κ.λπ.) αποτέλεσμα των οποίων ήταν, όταν βγήκαμε, τον Απρίλιο του 1942, ύστερα από μια αμνηστία που μας συμπεριέλαβε, να κάνει ο Μανώλης αιμοπτύσεις.
Μόλις βγήκα απ' τη φυλακή, οργανώθηκα για καλά (είχε φουντώσει εν τω μεταξύ το κίνημα της Αντίστασης) κι άρχισα να κάνω χίλιες δουλειές, από κόλλημα προκηρύξεων και γράψιμο στον τοίχο μέχρι μεταφορά όπλων και κρύψιμο, κ.λπ.
Το καλοκαίρι του 1943 ένας χαφιές των SS με γνώρισε και κουβάλησε αρκετούς από δαύτους να με πιάσουν. Τους ξέφυγα, πηδώντας από παράθυρο σε παράθυρο κι από ταράτσα σε ταράτσα και βγήκα στο Αντάρτικο. Κατατάχθηκα στον ΕΛΑΣ και τοποθετήθηκα στην περιοχή Στερεάς Ελλάδας.
Έλαβα μέρος σε αρκετές μάχες παρατάξεως με τους Ναζίδες και σε πολλές επικίνδυνες αποστολές και κανόνισα αρκετούς Γερμαναράδες, τραυματίσθηκα δε στο στήθος (αριστερό ημιθωράκιο) πάνω απ' την καρδιά από τυφλό τραύμα βλήματος. Αυτή είναι η ιστορία της συμβολής μου στην Αντίσταση του λαού μας, εν ολίγοις. Αλλά τι είναι αυτά μπροστά στις υπέροχες σελίδες που έχει γράψει ο ελληνικός λαός στα τέσσερα αυτά χρόνια της πιο σκληρής και ανελέητης σκλαβιάς που είδαμε ποτέ στην ιστορία μας; Κάθε πέτρα και κάθε αγκωνάρι, κάθε δρόμος και κάθε πεζοδρόμιο έχει γραμμένη απάνω μιαν ολόκληρη ιστορία ηρωισμού και θυσίας για τη λευτεριά, από γνωστούς και άγνωστους μάρτυρες, ήρωες, ατσάλινες ψυχές που ξεψυχάγανε προφέροντας το όνομα της Ελλάδας μας και φωνάζοντας "Θάνατος στο φασισμό!!!". Οι βουνοκορφές πάλι κι οι ράχες αχολογούν ακόμα απ' τις κλαγγές των όπλων κι απ' τα κλέφτικα τραγούδια των λεβεντόκορμων ανταρτών και κάθε στενό και κάθε ρέμα μυρίζει μπαρούτι ακόμη, απ' αυτό που έπεφτε καυτό απάνω στις γερμανικές φάλαγγες κάθε λεπτό και τους έκανε, αλαφιασμένοι να μην ξέρουν από πού να φυλαχτούν, νομίζοντας ότι κάθε πεύκο και κάθε έλατο ζωντανεύει κι είναι αντάρτης, εκδικητής!!!
Θα μπορούσα να λέω ολόκληρα μερόνυχτα, είναι τόσα πολλά."
Ο Απόστολος Φιλίππου Σάντας γεννήθηκε στις 22/2 του 1922 στη Λευκάδα.Αξίζει να παρακολουθήσουμε την αφήγησή του για την πρώτη ίσως πράξη αντίστασης στους Γερμανούς κατακτητές:
"Όταν το Μέτωπο της Μακεδονίας έσπασε και η Μπότα των Ναζί κατέβαινε και μας πλάκωνε στο στήθος, η πρώτη μου σκέψη ήταν να φύγω με τα υποχωρούντα στρατεύματα για την Αίγυπτο για να συνεχίσω εκεί τον πόλεμο. Λογάριασα, όμως, χωρίς τα Στούκας, τα οποία δεν άφησαν ούτε καρυδότσουφλο στον Σαρωνικό κόλπο. Κι έτσι, ανάμεσα στις φλόγες και στις βόμβες των Στούκας, είδα να βυθίζονται οι ελπίδες μου για την Αίγυπτο, κι έμεινα.
Μπήκαν στην Αθήνα μας μια Κυριακή κι έστησαν αμέσως την πολεμική τους σημαία σ' έναν ψηλό κοντό, πάνω στα αθάνατα μάρμαρα της Ακρόπολης. Άπειρα μάτια ελληνικά εδάκρυσαν το πρωινό εκείνο, βλέποντας το σύμβολο των Ούννων να λερώνει το μοναδικό μνημείο του πολιτισμού και της λευτεριάς, τον Παρθενώνα.
Έτσι εδάκρυσαν και τα δικά μου. Μα... ύστερα τα βλέφαρά μου σφίχτηκαν κι άστραψαν από μια φλόγα που θα μπορούσε να λιώσει και ατσάλι ακόμη, κι ήταν αυτή, η φλόγα της συγκρατημένης λύσσας εναντίον τους.
Ήταν η φλόγα που μου έλεγε ότι κάτι πρέπει να τους κάνω. Κάτι μεγάλο, κάτι που να τους μαστιγώσει σε εκείνα τα αγέρωχα γουρουνίσια μούτρα τους, κάτι προσβλητικό, κάτι που να τους κάνει να κατεβάσουν εκείνα τα κρύα γαλανά, χωρίς οίκτο κτηνώδη μάτια τους. Κάτι συμβολικό που να τους χτυπήσει όλους μαζί σαν χώρα, σαν λαό, και προ παντός, σαν στρατό.
Την ίδια φλόγα είδα τότε στα μάτια πολλών φίλων μου, αλλά προ παντός τη διέκρινα και την γνώρισα στα μάτια του Μανώλη του Γλέζου, του συμμαθητή μου. Κυτταχτήκαμε στα μάτια και χωρίς κουβέντες συνεννοηθήκαμε. Αρχίσαμε να σκεφτόμαστε τι θα κάνομε. Εν τω μεταξύ, οι Ναζίδες είχαν αρχίσει επιχειρήσεις εναντίον της Κρήτης. Πηγαίναμε στο Φάληρο μόνοι μας και μπρος στα αφρισμένα κύματα σκεφτόμαστε τι να τους κάνομε ακούγοντας από πάνω μας τη Λουφτβάφε να μεταφέρει αλεξιπτωτιστές για την Κρήτη.
Οι μέρες περνούσαν... Είχε περάσει ένας μήνας που κατέλαβαν την Αθήνα και η Κρήτη είχε λυγίσει. Πολεμούσαν ακόμη τα παλικάρια μας μαζί με τους Εγγλέζους σε μερικά σημεία.
Κι έξαφνα ένα δειλινό που ήμαστε στο Ζάππειο και ο ήλιος έγερνε λούζοντας τον ορίζοντα με εκείνα τα χρώματα που μόνο ο αττικός ουρανός έχει, τα μάτια μας γύρισαν στον βράχο της Ακροπόλεως. Μέσα στο υπέροχο φόντο της δύσης σταθήκαμε και κυττούσαμε. Και τότε... το βλέμμα μας έπεσε πάνω στη σημαία τους που υπερήφανα κυμάτιζε ψηλά-ψηλά και η βαριά σκιά της πλάκωνε καταθλιπτικά όλη την Αθήνα, όλη την αττική γη.
Να τι πρέπει να τους κάνομε! Ήρθε η σκέψη σαν σπίθα. Να τους την πάρομε. Να την γκρεμίσομε και να την ξεσχίσομε και να πλύνομε έτσι τη βρωμιά από τον Ιερό Βράχο. Την είχαν στήσει αυτήν την ίδια την πολεμική τους σημαία οι Ναζί θριαμβευτικά ως τότε στη Βαρσοβία, στη Βιέννη, στην Αμβέρσα, στη Νορβηγία, στο Παρίσι και στο Βελιγράδι και απειλούσαν να τη στήσουν σε όλο τον κόσμο τότε. Μα εδώ είναι Ελλάδα. Είναι η μικρή χώρα που απ' αυτή ξεπετάχτηκε η φλόγα του Πολιτισμού. Είναι η χώρα που δίνει το παράδειγμα πάντα στις κρίσιμες στιγμές της Ιστορίας.
Ήταν πολύ απλό μα και πολύ Μεγάλο. Μια σημαία σήκωσε στις 25 Μαρτίου 1821 ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, μια σημαία θα κατεβάζαμε και μεις στις 31 Μαϊου 1941. Συμβολικό το πρώτο, συμβολικό και το δεύτερο. Μια φούχτα άνθρωποι τότε απειλούσαν την Πανίσχυρη Τουρκική Αυτοκρατορία. Δυο παιδιά εμείς, θα προσβάλλαμε το φοβερό τότε Γ΄ Ράιχ. Και βάλαμε σ' ενέργεια αμέσως το σχέδιο.
Πήραμε απ' την Εθνική Βιβλιοθήκη τη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια και διαβάσαμε στη λέξη Ακρόπολις. Εκεί είδαμε όλες τις σπηλιές ή τρύπες που έχει ο βράχος της Ακροπόλεως από την εποχή εκείνη και καταλάβαμε ότι μόνον από ένα σπήλαιο -που είναι στο εσωτερικό του βράχου της Ακροπόλεως και λέγεται Πανδρόσειον άντρον" και στο οποίο κατά τη Μυθολογία εκατοικούσε ο ιερός όφις της θεάς Αθηνάς και του πήγαιναν οι ιέρειες του ναού του Παρθενώνα και έτρωγε μηλόπιττες στις εορτές των Παναθηναίων- ότι μόνον απ' αυτήν την τρύπα, που έβγαινε σε ένα βάθρο δίπλα στο Ερεχθείο, θα μπορούσαμε να ανεβούμε στην Ακρόπολη χωρίς να μας δουν οι Γερμανοί φρουροί. Την άλλη μέρα κιόλας πήγαμε και ανεβήκαμε σαν επισκέπτες στην Ακρόπολη και είδαμε πού ακριβώς είναι αυτή η σπηλιά από την οποία θα ανεβαίναμε την νύκτα. Πέρασε κι αυτή η ημέρα και ήλθε η επομένη, η 30ή Μαϊου 1941. Είχαμε ακούσει το βράδυ από το ραδιόφωνο το Λονδίνο που μας είπε ότι η Κρήτη εγκατελείφθη πια.
Πρωί πρωί οι Ούννοι με τις εφημερίδες τους και με προκηρύξεις μας ανήγγειλαν γεμάτοι κομπασμό και υπερηφάνεια ότι κατέλαβαν και την τελευταία γωνιά της Ελλάδας, την ηρωική Κρήτη.
Δεν ξέρω τι ήταν εκείνο που ένιωθα, μα μου φαίνεται πως ήταν ένα παράπονο μαζί με δυνατό πυρετό. Περίμενα μ' αγωνία να βραδιάσει. Επιτέλους βράδιασε. Συναντηθήκαμε με τον Μανώλη και ξεκινήσαμε. Όπλα δεν είχαμε τότε. Είχα πάρει μαζί μου μόνον ένα φαναράκι ηλεκτρικό κι ένα μαχαιράκι. Φτάσαμε. Κάναμε μια βόλτα στα Προπύλαια μέχρι να φτάσει η ώρα 9:30 μ.μ. Τότε είδαμε τους Γερμαναράδες να είναι μαζεμένοι μέσα στο δωμάτιο της εισόδου και να πίνουν κρασί και μπίρες, έχοντας και μερικές κακές Ελληνίδες, απ' αυτές που πουλάν τον έρωτά τους στα Προπύλαια που είχαν το Φρουραρχείο. Ακούγαμε απόμακριά τα κτηνώδη χάχανά τους και τα τραγούδια τους και σφίγγαμε ακόμη περισσότερο τα δόντια μας. Όταν έφτασε η ώρα, κυτταχθήκαμε. Ίσως να μην ξαναβλέπαμε τον ήλιο ν' ανατέλλει. Είναι αλήθεια ότι νιώθαμε ένα δυνατό χτυποκάρδι μα αυτό δεν ακουγόταν παραέξω. Τα στήθη μας τα ελληνικά το πνίγανε. Είναι γλυκός ο θάνατος όταν πεθαίνεις για τα ιδανικά σου. Σ' αυτές τις στιγμές δεν έχεις παρά να θυμηθείς την Ιστορία. Να θυμηθείς τον Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, να θυμηθείς τον Αθανάσιο Διάκο ή το Μεσολόγγι ή τον πόλεμο της Αλβανίας κι είσαι εντάξει. Σφίξαμε τα χέρια, πηδήξαμε τα σύρματα, μπήκαμε ανάμεσα στα δέντρα. Συρθήκαμε με την κοιλιά και φτάσαμε στη σπηλιά. Μπήκαμε μέσα ψηλαφητά κρατώντας και την αναπνοή μας ακόμη. Αρχίσαμε να σκαρφαλώνομε ως τα μαδέρια της σκαλωσιάς που είχαν φτιάξει οι αρχαιολόγοι για ανασκαφές.
Κάτω μας το βάραθρο άνοιγε το μαύρο του στόμα να μας καταπιεί στο πρώτο ξεγλίστρημα. 40 μέτρα κάτω κατέβαινε η σπηλιά και κατόπιν ανοιγότανε το χείλος ενός ξεροπήγαδου, άλλα καμιά δεκαριά μέτρα. Σιγά-σιγά σκαρφαλώσαμε και κάνοντας μια τελευταία έλξη βγήκαμε στο επάνω βάθρο. Ανεβήκαμε μερικά μαρμάρινα σκαλιά και σηκώσαμε τα κεφάλια μας να δούμε.
Ήταν ένα τέταρτο το φεγγάρι. Και καθώς το ασημένιο του φως έλουζε τα ιερά εκείνα μνημεία του άπαντου της Τέχνης και της Ομορφιάς, νιώσαμε μέσα μας ν' ατσαλώνομε. Είδαμε με τα μάτια της ψυχής μας τους αθάνατους προγόνους μας να στέκονται σιωπηλοί και μεγαλοπρεπείς μες στις χλαμύδες τους τριγύρω μας και να μας κυττάνε ερωτηματικά αν θα κάνομε το καθήκον μας ή όχι. Αν και δεν πολυπιστεύω στο μοιραίο, εν τούτοις εκείνες τις στιγμές νομίζω ότι το μοιραίο της φυλής μας έριξε τον κλήρο σε μας...
Προχωρήσαμε συρτά με την κοιλιά. Μας χώριζαν περίπου 50-60 μέτρα απ' τον κοντό που είχαν τη σημαία τους. Χωριστήκαμε και πηγαίναμε ανάμεσα στα μάρμαρα, πετώντας κάθε τόσο πέτρες μήπως ήταν κανένας Γερμανός σκοπός κρυμμένος. Όταν φτάσαμε κοντά στον κοντό είδαμε την ξύλινη σκοπιά τους. Πετάξαμε πάλι κάνα-δυο πέτρες κι όταν είδαμε ότι ήταν ησυχία σηκωθήκαμε όρθιοι και προχωρήσαμε θαρρετά. Φτάσαμε στον κοντό.
Ψηλά κυμάτιζε η σημαία τους. Λύσαμε το συρματόσχοινο και τραβήξαμε για να την κατεβάσομε. Μα την είχαν μπλέξει στην κάτω άκρη της με τα τρία συρματόσχοινα που στήριζαν τον κοντό. Κρεμόμαστε κι οι δυο για να την κατεβάσομε μα δεν κατέβαινε. Αρχίσαμε τότε με τη σειρά να σκαρφα- λώνομε στον σιδερένιο κοντό για να την φτάσομε και να την κόψομε. Μα ήταν 20 μέτρα ο κοντός και λείος κι ήταν αδύνατο να την φτάσομε. Κουρασμένοι σταθήκαμε για λίγο κι απογοητευτήκαμε, σκεφτόμαστε τι να κάνομε.
Να φύγομε χωρίς την σημαία τους λάφυρο, δεν το σκεφτήκαμε ούτε μια στιγμή. Και μέσα στην ένταση της σκέψης μας, σκεφτήκαμε ότι πρέπει να σπάσομε τα τρία συρματόσχοινα για να μπορέσομε να την κατεβάσομε.
Αρχίσαμε τότε με τα χέρια μας, με τα δόντια μας, με ό,τι μπορούσαμε να προσπαθούμε να ξεκολλήσομε τα συρματόσχοινα απ' τους σκουρασμένους χαλκάδες με τους οποίους κρατιότανε στα γύρω μάρμαρα. Κραυγή ενθουσιασμού μου ξέφυγε όταν έσπασε το πρώτο. Κατόπιν έσπασε και το δεύτερο και μετά το τρίτο. Αμέσως ξεμπλέξαμε τα συρματόσχοινα και τότε το μισητό σύμβολο του φασισμού κατέβηκε. Ήταν μια τεράστια σημαία 4 μ. μήκος και 2 μ. πλάτος. Στη μέση είχε τον αγκυλωτό σταυρό και στην απάνω άκρη τον γοτθικό πολεμικό σταυρό του Κάιζερ.
Με λύσσα την κόψαμε απ' το συρματόσχοινο και την μαζέψαμε. Σχίσαμε από ένα κομμάτι απ' τον αγκυλωτό σταυρό. Την υπόλοιπη την κάναμε ρολό και την πήραμε. Είχαν περάσει τρεις ώρες περίπου απ' την ώρα που είχαμε ξεκινήσει. Το φεγγάρι είχε χαθεί και μαζί μ' αυτό και οι οπτασίες των προγόνων μας ευχαριστημένες. Ο αέρας μας δρόσιζε τα φλογισμένα πρόσωπά μας και μας έφερνε από μακριά τα χάχανα των Γερμαναράδων.
"Α! τώρα γελάστε και τραγουδείστε όσο θέλετε, αύριο το πρωί θα τα πούμε", σκέφτηκα.
Κατεβήκαμε απ' το ίδιο μέρος. Για να την πάρομε μαζί μας ήταν αδύνατο γιατί η ώρα της κυκλοφορίας είχε περάσει. Τότε αποφασίσαμε να την κρύψομε μέσα στην ίδια τη σπηλιά, κάτω στο ξεροπήγαδο. Κατεβήκαμε σιγά σιγά μέχρι κάτω, φτάσαμε στο χείλος του ξεροπήγαδου και την πετάξαμε όπως ήταν, τυλιγμένη σε μπόγο, μέσα. Ακούσαμε τον γδούπο της και ησυχάσαμε.
Ανεβήκαμε πάλι και φύγαμε σιγά σιγά, πηγαίνοντας σύρριζα στον τοίχο και προσέχοντας μην συναντήσομε καμιά γερμανική περίπολο. Όταν βρισκόμαστε στη μέση του δρόμου περίπου για το σπίτι μας, μας σταμάτησε ξαφνικά με το πιστόλι στο χέρι ένας Έλληνας αστυνομικός που φύλαγε σκοπός σ' ένα δημόσιο ταμείο.
Στην αρχή σκέφτηκα να του επιτεθώ με το μαχαίρι. Αλλά κατόπιν του μιλήσαμε ευγενικά και θαρρετά και του δώσαμε να καταλάβει ότι πρέπει να μας αφήσει να πάμε στα σπίτια μας χωρίς βέβαια να του πούμε τίποτε για το ζήτημα της σημαίας. Μας άφησε και φύγαμε. Φτάσαμε στα σπίτια μας, καθησυχάσαμε τους δικούς μας που μας περίμεναν γεμάτοι αγωνία μη ξέροντας πού είμαστε. Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Και το πρωί ήρθε ο Μανώλης και ανεβήκαμε στην ταράτσα του σπιτιού μου και κυττούσαμε την Ακρόπολη. Μέχρι τις 11 π.μ. της 31ης δεν υπήρχε σημαία στην Ακρόπολη, όπως έλεγαν τώρα τελευταία μετά την απελευθέρωση οι Έλληνες φύλακες της Ακροπόλεως. Η γερμανική φρουρά, η οποία απετελείτο από 20 περίπου άνδρες τα είχε χάσει. Πανικός στο γερμανικό στρατηγείο. Οι κούρσες πήγαιναν κι έρχονταν. Τι έγινε η πολεμική τους σημαία; Ποιος τόλμησε να την πειράξει; Κατά τις 11 η ώρα πήγαν και βάλαν μιαν άλλη στη θέση της πιο μικρή. Με τις απογευματινές εφημερίδες βροντοφωνήσανε οι Γερμανοί τις κυρώσεις τους. Επήραν τα δακτυλικά μας αποτυπώματα απ' το σιδερένιο κοντό και μας κατεδίκασαν ερήμην σε θάνατο (γιατί δεν μας ήξεραν). Επίσης όλους τους τυχόν συνενόχους μας. Μας επικήρυξαν και με χρηματικό ποσόν. Περιόρισαν τις ώρες κυκλοφορίας των πολιτών και απέλυσαν τον αρχηγό της Αστυνομίας και τους διοικητές των αστυνομικών τμημάτων της περιφερείας της Ακροπόλεως.
Επίσης, συνέλαβαν όλους τους Έλληνες φύλακες της Ακροπόλεως, τους οποίους όμως άφησαν ελευθέρους, αφού εξήτασαν τα αποτυπώματά τους και τους ανέκριναν, τη δε φρουρά τους την κατεδίκασαν εις θάνατον και την εξετέλεσαν. Μου φαίνεται πως βγήκαν λίγο ξινά τα γλέντια των Γερμαναράδων για τον θρίαμβο της Κρήτης... Αμέσως το νέο διαδόθηκε σαν αστραπή στην Αθήνα και στον Πειραιά και στα περίχωρα και κατόπιν σ' ολόκληρη την Ελλάδα. Το Λονδίνο και το Κάιρο την άλλη νύχτα έπλεξαν εγκώμια γι' αυτό.
Θα νιώσω άραγε άλλη φορά τα συναισθήματα που ένιωθα εκείνες τις ημέρες όταν άκουγα γύρω μου παντού τους Έλληνες με υπερηφάνεια και ειρωνεία για τους Γερμανούς να μιλούν για το γεγονός αυτό και να το χαρακτηρίζουν παίρνοντας κουράγιο για την αρχή του καινούργιου πολέμου της Αντίστασης. Έβλεπες παντού τον κόσμο να έχει αναθαρρήσει, να περπατάει με ψηλά το κεφάλι, ξέροντας καλά ότι το καζάνι άρχισε να βράζει πάλι...
Κι έτσι αρχίσαμε...
Έπειτα από 8 μήνες επεχείρησα να φύγω για την Αίγυπτο για να πάω στο στρατό να πολεμήσω πιο ενεργά μαζί με τον Μανώλη κι έναν άλλο φίλο μου. Μα, ύστερα από προδοσία, μας έπιασαν οι Γερμανοί. Μας κλείσανε στις φυλακές. Τότε σκέφτηκα ότι αν είχαν την εξυπνάδα να παραβάλουν τα δακτυλικά μας αποτυπώματα, όλα θα τελείωναν. Αλλά δεν την είχαν, ευτυχώς.
Καθίσαμε λίγο καιρό στις φυλακές, όπου περάσαμε του κόσμου τα μαρτύρια (ξύλο ανηλεές, σχεδόν καθημερινό ντους με κρύο νερό έξω στο κρύο κ.λπ.) αποτέλεσμα των οποίων ήταν, όταν βγήκαμε, τον Απρίλιο του 1942, ύστερα από μια αμνηστία που μας συμπεριέλαβε, να κάνει ο Μανώλης αιμοπτύσεις.
Μόλις βγήκα απ' τη φυλακή, οργανώθηκα για καλά (είχε φουντώσει εν τω μεταξύ το κίνημα της Αντίστασης) κι άρχισα να κάνω χίλιες δουλειές, από κόλλημα προκηρύξεων και γράψιμο στον τοίχο μέχρι μεταφορά όπλων και κρύψιμο, κ.λπ.
Το καλοκαίρι του 1943 ένας χαφιές των SS με γνώρισε και κουβάλησε αρκετούς από δαύτους να με πιάσουν. Τους ξέφυγα, πηδώντας από παράθυρο σε παράθυρο κι από ταράτσα σε ταράτσα και βγήκα στο Αντάρτικο. Κατατάχθηκα στον ΕΛΑΣ και τοποθετήθηκα στην περιοχή Στερεάς Ελλάδας.
Έλαβα μέρος σε αρκετές μάχες παρατάξεως με τους Ναζίδες και σε πολλές επικίνδυνες αποστολές και κανόνισα αρκετούς Γερμαναράδες, τραυματίσθηκα δε στο στήθος (αριστερό ημιθωράκιο) πάνω απ' την καρδιά από τυφλό τραύμα βλήματος. Αυτή είναι η ιστορία της συμβολής μου στην Αντίσταση του λαού μας, εν ολίγοις. Αλλά τι είναι αυτά μπροστά στις υπέροχες σελίδες που έχει γράψει ο ελληνικός λαός στα τέσσερα αυτά χρόνια της πιο σκληρής και ανελέητης σκλαβιάς που είδαμε ποτέ στην ιστορία μας; Κάθε πέτρα και κάθε αγκωνάρι, κάθε δρόμος και κάθε πεζοδρόμιο έχει γραμμένη απάνω μιαν ολόκληρη ιστορία ηρωισμού και θυσίας για τη λευτεριά, από γνωστούς και άγνωστους μάρτυρες, ήρωες, ατσάλινες ψυχές που ξεψυχάγανε προφέροντας το όνομα της Ελλάδας μας και φωνάζοντας "Θάνατος στο φασισμό!!!". Οι βουνοκορφές πάλι κι οι ράχες αχολογούν ακόμα απ' τις κλαγγές των όπλων κι απ' τα κλέφτικα τραγούδια των λεβεντόκορμων ανταρτών και κάθε στενό και κάθε ρέμα μυρίζει μπαρούτι ακόμη, απ' αυτό που έπεφτε καυτό απάνω στις γερμανικές φάλαγγες κάθε λεπτό και τους έκανε, αλαφιασμένοι να μην ξέρουν από πού να φυλαχτούν, νομίζοντας ότι κάθε πεύκο και κάθε έλατο ζωντανεύει κι είναι αντάρτης, εκδικητής!!!
Θα μπορούσα να λέω ολόκληρα μερόνυχτα, είναι τόσα πολλά."
Διαβάστε περισσότερα!
Παρασκευή 29 Απριλίου 2011
29-4-1944 Τιμή και δόξα στους ήρωες του Κάστρου
ΚΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΥΜΗΤΤΟΥ
Ηταν τρεις, πολέμησαν για μυριάδες...
Δημήτρης Αυγέρης, Κώστας Φωλτόπουλος και Θάνος Κιοκμενίδης: Οι τρεις ΕΠΟΝίτες, που έδωσαν με τη ζωή τους μάθημα λευτεριάς και θυσίας.
Το βάφτισε κάστρο ο λαός μας κι ας μην είχε τείχη και πολεμίστρες. Το σπίτι της οδού Αγραίων 47, το "Κάστρο του Υμηττού",αποτελεί μια από τις πιο λαμπρές σελίδες της ένδοξης Εθνικής μας Αντίστασης. Μέσα εκεί στα τέσσερα ντουβάρια του, στήθηκε ένα μετερίζι λευτεριάς. Μέσα εκεί, τρεις ΕΠΟΝίτες, ο Δημήτρης Αυγέρης,ο Κώστας Φωλτόπουλος και ο Θάνος Κιοκμενίδης,έδωσαν ένα μάθημα λευτεριάς και θυσίας εναντίον των γερμανοτσολιάδων κατακτητών.
Για μια ολόκληρη μέρα οι τρεις τους αντιστάθηκαν απέναντι σε τριακόσιους. Και όταν τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1944 έπεσε και ο τελευταίος απο τα τρία παλικάρια όλη η Αθήνα δάκρυσε. Την επόμενη μέρα το σπίτι των τριών ηρώων γέμισε απο συνθήματα.
"ΔΙΑΒΑΤΗ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΗΡΩΩΝ ΤΟΥ ΥΜΗΤΤΟΥ ΓΟΝΑΤΙΣΕ, ΣΦΙΞΕ ΤΗ ΓΡΟΘΙΑ ΣΟΥ ΚΙ ΟΡΚΙΣΟΥ ΕΚΔΙΚΗΣΗ".
Αξίζει να αναφέρουμε για λόγους ιστορικής μνήμης ότι τα συνθήματα στο Κάστρο γράφτηκαν από το χέρι του Γιάννη Χοτζέα.
(Το βίντεο αναρτήθηκε στο youtube από τον Lakis1934)
Διαβάστε περισσότερα!
Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010
Προβολή ταινίας “ΠΟΥΛΙΑ ΣΤΟ ΒΑΛΤΟ”
ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΚΕΡΣΑΝΙΔΗ ΓΙΑ ΤΑ “ΠΟΥΛΙΑ ΣΤΟ ΒΑΛΤΟ”
Τα χρόνια που τη χώρα πλάκωνε η φοβέρα, υπήρξαν άνθρωποι που δεν υποχώρησαν, που δε συνθηκολόγησαν, που «χαράμισαν» τη ζωή τους επειδή δεν ανεχόταν να κοιτάζουν χαμηλά.
Η Αλίντα Δημητρίου, με πάνω από 50 ντοκιμαντέρ μέχρι σήμερα στοπ ενεργητικό της, αποφάσισε να δώσει φωνή στους ανθρώπους «χωρίς φωνή», στις γυναίκες που πήραν ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση, καθώς και τις οδυνηρές συνέπειες για τη συμβολή τους στο κίνημα κατά των κατακτητών. Με το πρώτο της ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους «Πουλιά στο βάλτο», η Αλίντα Δημητρίου, μας φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο με εκείνες τις γυναίκες – μάρτυρες, τις οποίες παρακολουθούμε να μιλούν για τη γεμάτη ενθουσιασμό και πάθος στράτευσή τους στις αντιστασιακές οργανώσεις. Από την Ιουλία Μπίμπα, που μετέφερε τα εκρηκτικά στην ΕΣΠΟ για την ανατίναξή της, και η οποία πιάστηκε, βασανίστηκε άγρια και εκτελέστηκε από τους ναζιστές με τσεκούρι στη Γερμανία, μέχρι την Ελένη Σκαρπέτη που οδηγήθηκε από Έλληνες στο Γουδί και διασώθηκε την τελευταία στιγμή.
Στην ταινία παρουσιάζονται 32 γυναίκες μάρτυρες και το σύνολο των γυναικών που κατέθεσαν είναι 40. Οι γυναίκες αυτές αναφέρουν τις διάφορες πλευρές της αντιστασιακής τους δράσης. Τις βλέπουμε και τις ακούμε να μιλούν για πολλά, για την οργάνωση συσσιτίων, εμψύχωση του λαού, ενημέρωση με συνθήματα, προκηρύξεις, χωνί, συμμετοχή στις κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις, αντίσταση και οργάνωση στις φυλακές, προβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στα βασανιστήρια και στις εκτελέσεις. Αλλά και για τον ένοπλο αγώνα και τη συμμετοχή τους σε μάχες με τους κατακτητές. Μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της νεοελληνικής ιστορίας, δηλαδή οι διώξεις, οι εξορίες και τα βασανιστήρια που υπέστησαν μετά την απελευθέρωση, διερευνάται από το φακό της Αλίντας Δημητρίου, η οποία υπογράφει το σενάριο και τη σκηνοθεσία της ταινίας. Συνεργάτες της, ο Αλέξης Γρίβας και η Αφροδίτη Νικολαϊδου στην κάμερα και η Ηλέκτρα Βενάκη στο μοντάζ.
Η σκηνοθέτιδα σε σημείωμά της για την ταινία, αναφέρει: «H συμμετοχή της γυναίκας σε όλες τις ιστορικές διαδικασίες, ακόμα και στις πιο ακραίες, συμμετοχή που παραμένει αφανής, είναι το θέμα της ταινίας ‘Πουλιά στους βάλτους’. Πιο συγκεκριμένα, η ταινία αναφέρεται στη συμμετοχή και προσφορά της γυναίκας στην Αντίσταση κατά την περίοδο της Κατοχής 1941-44, καθώς και στις συνέπειες που υπέστη. Στηρίζεται στις προφορικές μαρτυρίες των γυναικών που επέζησαν, με άξονα την ιστορική διαδρομή. Σε εκείνο, όμως, όπου εστιάζει δεν είναι η ιστορική περιγραφή αλλά η, μέσα από τις μνήμες, τα βιώματα ή και τα ψυχολογικά τραύματα, αποκάλυψη μιας στάσης ζωής των γυναικών σε πράξεις που θεωρούμε ότι αναφέρονται μόνο στους άνδρες».
Η ΕΠΟΧΗ 9/3/2008
Σκηνοθεσία: Αλίντα Δημητρίου
Σενάριο: Αλίντα Δημητρίου
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Αλέξης Γρίβας, Αφροδίτη Νικολαΐδου
Μοντάζ: Ηλέκτρα Βενάκη
Παραγωγός: Σωτήρης Δημητρίου, Αλίντα Δημητρίου
Τύπος: Digital Beta Έγχρωμο
Χώρα Παραγωγής: Ελλάδα
Διάρκεια: 104'
Έτος Παραγωγής: 2008
Διαβάστε περισσότερα!
Τα χρόνια που τη χώρα πλάκωνε η φοβέρα, υπήρξαν άνθρωποι που δεν υποχώρησαν, που δε συνθηκολόγησαν, που «χαράμισαν» τη ζωή τους επειδή δεν ανεχόταν να κοιτάζουν χαμηλά.
Η Αλίντα Δημητρίου, με πάνω από 50 ντοκιμαντέρ μέχρι σήμερα στοπ ενεργητικό της, αποφάσισε να δώσει φωνή στους ανθρώπους «χωρίς φωνή», στις γυναίκες που πήραν ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση, καθώς και τις οδυνηρές συνέπειες για τη συμβολή τους στο κίνημα κατά των κατακτητών. Με το πρώτο της ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους «Πουλιά στο βάλτο», η Αλίντα Δημητρίου, μας φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο με εκείνες τις γυναίκες – μάρτυρες, τις οποίες παρακολουθούμε να μιλούν για τη γεμάτη ενθουσιασμό και πάθος στράτευσή τους στις αντιστασιακές οργανώσεις. Από την Ιουλία Μπίμπα, που μετέφερε τα εκρηκτικά στην ΕΣΠΟ για την ανατίναξή της, και η οποία πιάστηκε, βασανίστηκε άγρια και εκτελέστηκε από τους ναζιστές με τσεκούρι στη Γερμανία, μέχρι την Ελένη Σκαρπέτη που οδηγήθηκε από Έλληνες στο Γουδί και διασώθηκε την τελευταία στιγμή.
Στην ταινία παρουσιάζονται 32 γυναίκες μάρτυρες και το σύνολο των γυναικών που κατέθεσαν είναι 40. Οι γυναίκες αυτές αναφέρουν τις διάφορες πλευρές της αντιστασιακής τους δράσης. Τις βλέπουμε και τις ακούμε να μιλούν για πολλά, για την οργάνωση συσσιτίων, εμψύχωση του λαού, ενημέρωση με συνθήματα, προκηρύξεις, χωνί, συμμετοχή στις κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις, αντίσταση και οργάνωση στις φυλακές, προβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στα βασανιστήρια και στις εκτελέσεις. Αλλά και για τον ένοπλο αγώνα και τη συμμετοχή τους σε μάχες με τους κατακτητές. Μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της νεοελληνικής ιστορίας, δηλαδή οι διώξεις, οι εξορίες και τα βασανιστήρια που υπέστησαν μετά την απελευθέρωση, διερευνάται από το φακό της Αλίντας Δημητρίου, η οποία υπογράφει το σενάριο και τη σκηνοθεσία της ταινίας. Συνεργάτες της, ο Αλέξης Γρίβας και η Αφροδίτη Νικολαϊδου στην κάμερα και η Ηλέκτρα Βενάκη στο μοντάζ.
Η σκηνοθέτιδα σε σημείωμά της για την ταινία, αναφέρει: «H συμμετοχή της γυναίκας σε όλες τις ιστορικές διαδικασίες, ακόμα και στις πιο ακραίες, συμμετοχή που παραμένει αφανής, είναι το θέμα της ταινίας ‘Πουλιά στους βάλτους’. Πιο συγκεκριμένα, η ταινία αναφέρεται στη συμμετοχή και προσφορά της γυναίκας στην Αντίσταση κατά την περίοδο της Κατοχής 1941-44, καθώς και στις συνέπειες που υπέστη. Στηρίζεται στις προφορικές μαρτυρίες των γυναικών που επέζησαν, με άξονα την ιστορική διαδρομή. Σε εκείνο, όμως, όπου εστιάζει δεν είναι η ιστορική περιγραφή αλλά η, μέσα από τις μνήμες, τα βιώματα ή και τα ψυχολογικά τραύματα, αποκάλυψη μιας στάσης ζωής των γυναικών σε πράξεις που θεωρούμε ότι αναφέρονται μόνο στους άνδρες».
Η ΕΠΟΧΗ 9/3/2008
Σκηνοθεσία: Αλίντα Δημητρίου
Σενάριο: Αλίντα Δημητρίου
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Αλέξης Γρίβας, Αφροδίτη Νικολαΐδου
Μοντάζ: Ηλέκτρα Βενάκη
Παραγωγός: Σωτήρης Δημητρίου, Αλίντα Δημητρίου
Τύπος: Digital Beta Έγχρωμο
Χώρα Παραγωγής: Ελλάδα
Διάρκεια: 104'
Έτος Παραγωγής: 2008
Διαβάστε περισσότερα!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



